Θέλω να βοηθήσω, αλλά δεν μπορώ....

Ο Β.Φ. ανοίγοντας το φάκελο με την έκτακτη εισφορά σχεδόν βούρκωσε. Εκπαιδευτικός με είκοσι χρόνια υπηρεσία, το ίδιο και η γυναίκα του. Μένουν στο ενοίκιο, δίνουν τετρακόσια ευρώ τον μήνα. Έχουν δύο παιδιά: τον Α. που είναι φαντάρος στη Ρόδο, θέλει ακόμη έξι μήνες για ν’ απολυθεί, και τη Χ. που σπουδάζει στην Αλεξανδρούπολη, δεύτερο έτος (ακόμη…).
Είναι δύο άνθρωποι πολύ χαμηλών τόνων, δεν έκαναν ποτέ ιδιαίτερα μαθήματα, δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία πέρα από ένα αυτοκίνητο. Οι μισθοί φτάνουν ίσα ίσα για τις αυξημένες ανάγκες της οικογένειας, πράγμα δύσκολο, ιδίως από τη στιγμή που τα εισοδήματα πήραν την κατιούσα.
Ο Β.Φ. πήγε στην εφορία, δεν ήξερε που αλλού να απευθυνθεί, όταν έλαβε το φάκελο, που να πει τον πόνο του… βρε αδερφέ…. Ζήτησε από την υπάλληλο να του ασκηθεί οποιοσδήποτε έλεγχος, όσο εξονυχιστικός χρειάζεται. Να ανοίξουν τους (άδειους) τραπεζικούς λογαριασμούς, να ψάξουν τυχόν αυθαίρετα ή τις φορολογικές δηλώσεις όλων των παρελθόντων ετών. Γιατί το έκανε αυτό; Επειδή θέλει να δώσει την έκτακτη εισφορά, να βοηθήσει το κράτος να ορθοποδήσει -εξάλλου δεν ήταν ποτέ του “δε βαριέσαι, εγώ θα σώσω τη χώρα;”- υπάρχει, όμως, ένα βασικό πρόβλημα: δεν μπορεί να ανταποκριθεί (και) σ’ αυτή την απαίτηση.
Είπε ήρεμα στην υπάλληλο ότι δεν πρόκειται να πληρώσει, όχι γιατί δε θέλει ή “αγανακτεί” λόγω μόδας, αλλά γιατί δεν έχει… Όταν η υπάλληλος του μίλησε για πιθανές κυρώσεις, το μόνο που έκανε ήταν να σηκώσει με πίκρα του ώμους. “Ας με κλείσουν μέσα…”, απάντησε, “ίσως στη στενή να είναι καλύτερα…” πρόσθεσε.

Η παραπάνω ιστορία δεν είναι προϊόν της φαντασίας μου. Ο Β.Φ. είναι συνάδελφος και βιώνει με τον χειρότερο τρόπο τον παραλογισμό του ελληνικού κράτους που έχει βαλθεί να εξοντώσει τη μέση ελληνική οικογένεια, αυτή που ανηφορίζει κάθε μέρα τις πλαγιές του Γολγοθά…

Unknown source

 

Σχολιάστε...

 

Your email address will not be published.