Γενικά, όταν ξεκινήσω ένα βιβλίο και μου αρέσει -υποκειμενικά πάντα- το τελειώνω πολύ γρήγορα. Συχνά μάλιστα, αν τύχει και πέσει στα χέρια μου κάποιο δεύτερο, διαβάζω και τα δύο συγχρόνως. Τί γίνεται όμως στην περίπτωση που ξεκινήσω την ανάγνωση, το κείμενο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μου; Τις περισσότερες φορές το σταματώ και το βιβλίο παίρνει την άγουσα για το ράφι της βιβλιοθήκης μου. Δε συνέβη όμως το ίδιο με το βιβλίο που δανείστηκα από μια φίλη ονόματι “Οι Αχυράνθρωποι, η συνωμοσία του αίματος” του Michael Marshall. Ίσως ένα από τα χειρότερα που διάβασα τα τελευταία χρόνια, αλλά από μια… βιβλιοφαγική διαστροφή δεν το άφηνα από τα χέρια μου. Τόσο… cult που, σαν αναγνώστης, λες ότι κάπου θέλει να καταλήξει και δεν το αφήνεις, δε γίνεται να είναι τόσο χάλια.
Πρόκειται για τίτλο που ανήκει στην κατηγορία των ιστοριών τρόμου, στα πρότυπα του Graham Masterton ή του Dean Koontz, ίσως με κάποια στοιχεία από τον αξεπέραστο Stephen King. Ιδίως ο τελευταίος το χαρακτήρισε (αναγράφεται στο εξώφυλλο) “πιο τρομακτικό δε γίνεται”.
Αντιγράφω την υπόθεση: Τρεις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες, που εκτυλίσσονται σε διαφορετικά σημεία των ΗΠΑ, συνδέονται μέσω ενός ασύλληπτου δικτύου τρόμου: 68 άνθρωποι βρίσκουν αργό και μεθοδικό θάνατο μέσα σε ένα γεμάτο κόσμο φαστφουντάδικο… ένα κορίτσι απάγεται και κινδυνεύει να πεθάνει… ένας νεαρός άνδρας πενθεί για τους νεκρούς γονείς του, μέχρι να βρει ένα μυστηριώδες σημείωμα στην πολυθρόνα του πατέρα του. Ένας άνθρωπος που δεν είναι φτιαγμένος από τη στόφα του ήρωα καλείται να αναμετρηθεί με την πηγή του κακού, τους Αχυρανθρώπους και να σταματήσει τη φονική τους δράση χωρίς να ξέρει την ταυτότητά τους ή την αιτία των φόνων. Ένα μόνο είναι σίγουρο: κάποιος πρέπει να τους σταματήσει.
Σίγουρα η παραπάνω περιγραφή είναι δελεαστική, ιδίως αν κάποιος απολαμβάνει τέτοιου είδους ιστορίες, όμως το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από απογοητευτικό. Υπερβολικά φλύαρο, με περιττές λογοτεχνικές εξάρσεις και ένα σωρό άχρηστες παρομοιώσεις που προσπαθούν να προσδώσουν ένα δήθεν καλλιτεχνικό στιλ, αλλά αποτυγχάνουν παταγωδώς. Αν κάτι πρέπει να χαρακτηρίζει τις ιστορίες αγωνίας και τρόμου, είναι η ροή που εδώ είναι ανύπαρκτη. Παρακολουθούμε τρεις παράλληλες ιστορίες που τελικά συγκλίνουν σε ένα δήθεν εντυπωσιακό φινάλε. Το μόνο που τελικά μένει είναι η διαπίστωση για τις χαμένες ώρες που ασχολήθηκε κάποιος μ’ αυτό. Πέρα από αυτά, τα… σεναριακά κενά είναι άφθονα. Πουθενά δεν είναι εμφανές, ούτε καν υπονοείται, η γενεσιουργός αιτία του κακού πέρα από κάτι ασαφείς αναφορές για ένα μυστηριακό παρελθόν κάποιων από τους πρωταγωνιστές.
Τελοσπάντων, η διαδικασία της ανάγνωσης είναι εντελώς προσωπική, επαφίεται στα γούστα και στη διάθεση για αναγνωστική απόλαυση του καθενός όσο μέτριο ή κακό μπορεί να είναι ένα βιβλίο. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν θα το πρότεινα, αυτό δε σημαίνει όμως ότι η “κριτική” είναι πάντα μπούσουλας για τις αναγνωστικές μας επιλογές.