Σούρουπο. Λίγο πριν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου χαθούν, μόλις είχε ξυπνήσει. Η ατμόσφαιρα είχε καθαρίσει, μάλλον είχε φυσήξει βοριαδάκι την ώρα που κοιμόταν, αλλά η υγρασία της ημέρας είχε βαρύνει το κεφάλι του. Πρώτη κίνηση, να πάρει ένα παυσίπονο. Τα μηνίγγια του τον πέθαιναν. Έκλεισε τα μάτια, πίεσε τους κροτάφους του, αλλά τίποτα. Δεν ακουγόταν τίποτα, μόνο κάτι αδιόρατοι θόρυβοι πίσω από τις κλειστές μπαλκονόπορτες. Περπάτησε λίγο πάνω κάτω μέσα στο άδειο και σκοτεινό πια σπίτι μήπως και η ανάσα του βρει τους κανονικούς της ρυθμούς. Άνοιξε την τηλεόραση, χαμηλώνοντας συγχρόνως την ένταση. Το έντονο φως τον έκανε να μισοκλείσει τα μάτια, τρεις τέσσερεις περσόνες φωνάζαν βουβά στα παράθυρα, φτιασιδωμένοι για το γυαλί, αλλά, ως συνήθως, νευριασμένοι. Πλάκα είχε. Πόσο πιο «όμορφοι» φαίνονται όταν δεν ακούγονται. Σηκώθηκε βαριεστημένα από τον καναπέ, διψούσε και ζεσταινόταν. Ήπιε κρύο νερό από το μπουκάλι κατευθείαν και συνήρθε κάπως, σαν να άρχισε να υποχωρεί ο πονοκέφαλος. Θέλησε να βγει στο μπαλκόνι, σαν να μην τον χωρούσε το σπίτι. Πνιγόταν.
Άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Του πέρασαν όλα. Το αεράκι ήταν υπέροχο, άγγιξε το πρόσωπό του απαλά και σαν να πήρε μαζί του όλη την κατήφεια. Όμως η εικόνα ήταν αυτή που έκανε τη διαφορά. Που άδειασε το μυαλό του και τον ηρέμησε. Πίσω από τα σύρματα η σελήνη πρόβαλλε λαμπρή και μεγαλόπρεπη, θυμίζοντάς του πόσο μικρός είναι…

[φωτογραφία από Flikcr]