«Δεν είναι παιδαγωγικά ορθό ο οποιοσδήποτε μαθητής να έχει στην καρτέλα του στα Θρησκευτικά τον μικρότερο βαθμό και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τον Μέσο Όρο της βαθμολογίας των υπόλοιπων μαθημάτων του καθώς αυτό, αν μη τι άλλο, μπορεί να ερμηνευτεί ως κακή σχέση του μαθητή με το μάθημα»
Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τα παραπάνω λόγια ανήκουν σε σχολικό σύμβουλο των θρησκευτικών. Στους δύσκολους καιρούς της παιδείας τέτοιες “χαριστικές” πρωτοβουλίες –εν μέσω μάλιστα διαλόγου για την αναβάθμισή της- τίποτα περισσότερο παρά κακό προσφέρουν. Πιστέψτε με, επειδή τα ζω από μέσα, είναι μια γενικότερη κατεστημένη κατάσταση με ή χωρίς την προτροπή των σχολικών συμβούλων, ανεξαρτήτως μαθήματος.
Από την άλλη, αυτό με εξοργίζει, το Υπουργείο ανησυχεί για τις αντιδράσεις των εκκλησιαστικών κύκλων(!) αντί να… τραβήξει αυτιά. Η βαθμολόγηση όλων των μαθημάτων υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες και μεθόδους. Ο ευσυνείδητος καθηγητής δεν…. μαθητοπατερίζει, αλλά βαθμολογεί αντικειμενικά, χωρίς απαραίτητα να είναι… “τσεκούρι” ή να υπερπριμοδοτεί. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς η άποψή του οφείλει να ωριμάζει και να γίνεται όλο και πιο ακριβής για το πως θα βαθμολογήσει έναν μαθητή.
Μήπως όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτό; Προσωπικά πιστεύω πως ένα σύστημα που κρίνει την “τύχη” των μαθητών για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μόνο από έξι ή επτά μαθήματα (βλέπε πανελλήνιες) είναι αποτυχημένο. Από τη μια επέρχεται η υποβάθμιση όλων των υπολοίπων –εξίσου σημαντικών- μαθημάτων, από την άλλη –και αυτό είναι το κυριότερο- χάνεται η ουσία της γνώσης που θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατό σφαιρικότερη για έναν έφηβο που ετοιμάζεται να περάσει από την εποχή της αθωότητας σ’ έναν κόσμο γεμάτο απαιτήσεις.
[πηγή]